Η Ελένη Καλάκη αφηγείται όσα έζησε κι αγάπησε
Όποιος βρεθεί στο Μεσολόγγι, είναι πολύ πιθανό να τύχει σε κάποια από τις πάμπολλες πολιτιστικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται από τον Δήμο, την Περιφέρεια ή κάποιον τοπικό Σύλλογο. Είναι επίσης σχεδόν βέβαιο ότι εκεί θα διακρίνει μια μικροκαμωμένη ηλικιωμένη γυναίκα να παρακολουθεί με προσοχή. Με το πέρας της εκδήλωσης, η ηλικιωμένη κυρία θα σηκωθεί διακριτικά από τη θέση της, θα πλησιάσει τους συντελεστές της εκδήλωσης και θα χαρίσει από ένα λουλούδι στον καθένα, από εκείνα που φυτρώνουν στις γλάστρες του σπιτιού της.
Τελειώνοντας μια βιβλιοπαρουσίαση πέρυσι, είχα τη χαρά και την τιμή να γίνω κι εγώ αποδέκτης ενός λουλουδιού. Κι έτσι, γνωρίστηκα με την κυρία Ελένη Καλάκη. Έκτοτε, συναντηθήκαμε ξανά και ξανά σε εκδηλώσεις όλων των ειδών, ώσπου μια μέρα με ρώτησε: «Αφού είσαι δημοσιογράφος, εμένα, πότε θα μου πάρεις μια συνέντευξη»;
Της έδωσα τον λόγο μου κι ανήμερα των Φώτων την επισκέφθηκα στο πανέμορφο μικρό σπιτάκι της. Καθίσαμε και κουβεντιάσαμε. Για τα χρόνια τα παλιά και δύσκολα που έζησε, τον Πολιτισμό, που είναι η μια από τις μεγάλες αγάπες της ζωής της, αλλά και για την άλλη μεγάλη της αγάπη, το Μεσολόγγι, που φέτος βιώνει μια χρονιά-ορόσημο, τιμώντας τη Διακοσιοστή Επέτειο της Εξόδου.
Πλησιάζοντας τα 90 της χρόνια, η Ελένη Καλάκη θα μπορούσε να καυχηθεί ότι είναι μια από τις παλαιότερες Μεσολογγίτισσες. Δίχως αμφιβολία όμως είναι και μια από τις πλέον αγαπημένες γυναίκες της Ιεράς Πόλεως, που δεν υπάρχει άνθρωπος στην περιοχή, και όχι μόνο, που να μην την γνωρίζει. Πριν της θέσω οποιαδήποτε ερώτηση, της ζήτησα να μου μιλήσει για τον εαυτό της, όπως ήθελε εκείνη.
Ας δούμε πώς περιγράφει η ίδια τη ζωή της:
Τα παιδικά χρόνια την περίοδο της Κατοχής
Γεννημένη το 1937 στη Γουριά Μεσολογγίου, η Ελένη Καλάκη έζησε στα παιδικά της χρόνια ολόκληρη τη βαναυσότητα της γερμανικής Κατοχής. Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε που δεν κατάφερε ποτέ να τελειώσει το σχολείο, παρά μόνο παρακολούθησε μέχρι την τέταρτη τάξη του Δημοτικού.
«Όταν έρχονταν οι Γερμανοί στο χωριό, χτυπούσε η καμπάνα και φεύγαμε όλοι και κρυβόμασταν. Οι άντρες πήγαιναν στα βουνά κι εμείς κρυβόμασταν στα σπίτια. Για να γλιτώσω από τους
Γερμανούς, χώθηκα μέσα στο φούρνο, μέχρι να φύγουν. Κι όταν έβγαινα, ήμουν όλο γάνες!», αναφέρει χαρακτηριστικά η ίδια.
Οι κακουχίες της εποχής, αδιανόητες ίσως για εμάς σήμερα, στάθηκαν και η αιτία για να χάσει ένα από τα αγαπημένα της αδέρφια, τον Στράτο. Ο Στράτος ήταν τσαγκάρης κι αντί για λεφτά, οι συγχωριανοί του τον πλήρωναν σε είδος: σύκα, βερίκοκα και ό,τι άλλο μπορούσε να διαθέσει ο καθένας για ένα μπάλωμα στα παπούτσια του, είδος σχεδόν «πολυτελείας» για τους φτωχούς κατοίκους του χωριού.
Σε μια επιδρομή των Γερμανών στο χωριό, έφυγε μαζί με τον πατέρα του για να κρυφτούν σε σπηλιές στο βουνό, για να γλιτώσουν τα χειρότερα. Εκεί, παρέμειναν κρυμμένοι μέσα στο κρύο και την υγρασία, από τα οποία όμως ο Στράτος κρυολόγησε σοβαρά και έπαθε φυματίωση. Η ασθένεια αυτή ήταν τρομερή στην εποχή της, όχι μόνο γιατί μεταδιδόταν πάρα πολύ εύκολα αλλά και επειδή ήταν αθεράπευτη με τα ελάχιστα διαθέσιμα μέσα.
Ο ασθενής μεταφέρθηκε από την οικογένειά του σε μια αποθήκη με άχυρα όπου λάμβανε φροντίδα κυρίως από τη μητέρα και τον πατέρα του, αφού στα μικρότερα αδέρφια απαγορευόταν να πλησιάσουν, για να μην κολλήσουν και τα ίδια.
Παρά τις προσπάθειες όμως, εκείνος κατέληξε, και το πένθος ήταν αβάστακτο:
«Οπότε τα παιδικά μου χρόνια, τα πέρασα πικραμένα, γιατί τότε το πένθος ήταν πολύ βαρύ. Τον υπολόγιζαν πάρα πολύ τον πεθαμένο, 22 χρονών παιδί, και όταν τον έφεραν στο σπίτι και τον έθαψαν, είχαν ένα «ελάττωμα» εκείνα τα χρόνια ο κόσμος. Στο τζάκι, ένα πένθος, στο γίκο, στο σεντόνι ένα πένθος, στο μπαούλο, ένα πένθος, στην πόρτα, ένα πανό μισό μέτρο, «Στράτος Καπώνης», με ένα πένθος…
Εγώ φόρεσα μαύρα από τα επτά μου χρόνια.
Είχα δώδεκα χρόνια να μας ψήσει η μάνα μας αρνί, να μας βάψει αυγά, να μας φτιάξει κουλούρια.
Πήγαινα σε ένα μοναστήρι κρυφά με τις φιλενάδες μου και μου έπαιρναν κι εμένα αυγό κρυφά να το τσουγκρίσουμε έξω από την εκκλησία. Και μου έλεγε η μάνα μου «να δω τα χέρια σου, μην είναι κόκκινα, μην έπιασες αυγά κόκκινα!»

Ένα πρωτότυπο κέντρο διασκέδασης ξεφύτρωσε σε ένα χωράφι
Το βαρύ πένθος μπορεί να μην ξεχάστηκε ποτέ, τα χρόνια όμως πέρασαν, η Ελλάδα απελευθερώθηκε και η οικογένειά της έπρεπε να βρει τρόπο να επιβιώσει στη μεταπολεμική πραγματικότητα. Αξιόλογη περιουσία δεν διέθεταν, παρά μονάχα ένα χωράφι, γύρω στα τέσσερα στρέμματα, με βυσσινιές και αμυγδαλιές, μέσα στο οποίο υπήρχε και μια μεγάλη αποθήκη με άχυρο για τα άλογα.
Ένας δάσκαλος λοιπόν, αντιλήφθηκε κάτι που κανείς δεν είχε σκεφτεί, και λέει στον πατέρα της οικογένειας:
«Μπάρμπα-Γιώργο, εδώ μέσα κρύβονται λεφτά!»
Η απάντηση του μπάρμπα-Γιώργου, είναι κατηγορηματική:
«Άντε παράτα μας από εδώ, ήρθες να μας βάλεις ρουφιανιές μέσα στο σπίτι μας!»
Κι ο δάσκαλος όμως, επέμενε:
«Ακούς μπάρμπα-Γιώργο, κρύβονται λεφτά!»
Στο μυαλό του άλλου αδερφού της Ελένης, του Νώντα, είχε ήδη φυτευτεί μια ιδέα.
Έχοντας δουλέψει ως γκαρσόνι στο μαγαζί ενός θείου του, το οποίο ανήκε στην Εκκλησία, όχι μόνο έμαθε τη δουλειά, αλλά κατάφερε λίγο-λίγο να συγκεντρώσει μερικές οικονομίες. Τα λόγια του δασκάλου αλλά και η φαντασία που διέθετε, έκαναν το χωράφι να φαντάζει ιδανικό για το σχέδιο που εξύφαινε στο μυαλό του, αφού ήταν αρκετά μεγάλο, με πόρτα που κλείδωνε και «δεν έμπαιναν μέσα παρά μόνο τα πουλιά».
Πηγαίνει λοιπόν στον πατέρα του, και του λέει: «Πατέρα, θα ανοίξω μαγαζί»!
«Μαγαζί; Τι μαγαζί; Έτσι σου είπε ο δάσκαλος;»
«Έτσι μου είπε ο δάσκαλος, ότι εδώ μέσα κρύβονται λεφτά!»
Για να πετύχει μάλιστα τον σκοπό του, θέτει στον πατέρα του το παρακάτω δίλημμα:
«Τι θες εσύ, να πάω να πάρω λάδι για το σπίτι ή να ανοίξω ένα μαγαζάκι;»
«Δεν ξέρω, αφήστε να πεθάνω πρώτα εγώ κι εσείς κάντε ότι θέλετε μετά».
«Όχι μωρέ πατέρα, το μαγαζί, θα φέρει κόσμο».
Ο Νώντας έπεισε με τα επιχειρήματα του τον απρόθυμο πατέρα του, οπότε όπερ και εγένετο.
Η Ελένη, από την πρώτη στιγμή στάθηκε μοναδική και πολύτιμη συνεργάτιδα του αδερφού της, αφού οι δυο μεγαλύτερες αδερφές της δεν ήθελαν να ασχοληθούν με το μαγαζί που άρχισε σιγά-σιγά να στήνεται.
Οι δυο συνεργάτες πήραν τα δρεπάνια τους και πήγαν στα χωράφια, όπου άρχισαν να κόβουν καλαμιές. Η Ελένη, τις μάζευε και τις έκανε δεματάκια που τα δένανε μετά. Καθώς όμως ούτε σπάγκος, ούτε σύρμα υπήρχαν, για το δέσιμο χρησιμοποιούσαν βούρλα. Αφού λοιπόν τα έφτιαχναν δεμάτια-δεμάτια, ο Νώντας τα φορτώνονταν στην πλάτη και η Ελένη στο κεφάλι και τα πήγαιναν στο οικόπεδο. Εκεί, τα έκαναν «πλάκες» και με τη βοήθεια μεγάλων παλουκιών που έχωσαν στο χώμα, έστησαν τέσσερις τοίχους για το αυτοσχέδιο μαγαζάκι.
«Με είχε σαν αδερφό, γιατί οι δυο μεγάλες αδερφές μου έλεγαν «θα πάμε εμείς στο μαγαζί»; Αλλά εγώ είχα θάρρος στη ζωή μου!», λέει με έμφαση η κυρία Ελένη.
Αφού λοιπόν έστω πρόχειρα στήθηκαν οι τέσσερις τοίχοι, τώρα χρειαζόταν μια πόρτα. Τη λύση, την έδωσε η αχυραποθήκη, η οποία διέθετε πόρτα, που μάλιστα κλείδωνε. Με λίγη προσπάθεια από τα δυο αδέρφια, αφαιρέθηκε και μετατράπηκε σε πόρτα του μαγαζιού.
Το επιχειρηματικό δίδυμο αδερφού-αδερφής, διακατεχόταν από πρακτικό μυαλό:
Ένας τενεκές, με τέσσερα ξύλα για πόδια, έγινε ο νεροχύτης.
Η τάβλα που κρέμαγαν τα κατσαρολικά στο σπίτι, «μετακόμισε» στο μαγαζί, για να κρεμάνε τα «καρτούτσα» επάνω στις πρόκες.
Οι μπουκάλες με το ούζο και τη μαστίχα, αντί για φελλούς, που ήταν δυσεύρετοι, σφράγιζαν με χαρτί από εφημερίδα, για να μην μπαίνουν μέσα οι σφήκες.
Μια λάμπα με αμίαντο, πρόσφερε τον απαραίτητο φωτισμό.
Ένα γραμμόφωνο, το οποίο έφερε με το άλογο από τον Άι-Λια ο Νώντας, χάριζε διασκέδαση στους πελάτες που άρχισαν να μαζεύονται στο μαγαζί.
Υπήρχε ωστόσο κάτι ακόμη, καίριας σημασίας, που απουσίαζε από το νεοσυσταθέν μαγαζί, και για το οποίο έπρεπε επειγόντως να βρεθεί λύση: το ψυγείο. Σε μια εποχή και μια περιοχή που ο ηλεκτρισμός θεωρούνταν περίπου «πολυτέλεια», η εφευρετικότητα της Ελένης και του Νώντα ήρθε για άλλη μια φορά για να επιλύσει το πρόβλημα.
Αντί ψυγείου… πηγάδι!
Ένα από τα γύρω πηγάδια λοιπόν που προμήθευαν με νερό το κατάστημα, εκτελούσε παράλληλα και χρέη «ψυγείου».
Ας δούμε πώς περιγράφει τη λειτουργία του η κυρία Ελένη, αλλά και τα νέα προβλήματα που δημιούργησαν οι… «Αλημπαμπάδες» της περιοχής:
«Σε ένα, που ήταν πιο κοντά, βάζαμε τις γκαζόζες και τις πορτοκαλάδες μέσα σε ένα καλάθι και με μια τριχιά, τις κατεβάζαμε μέσα στο πηγάδι, για να είναι κρύες. Φώναζαν «ένα υποβρύχιο, μια γκαζόζα»! Έτρεχα εγώ να πάω να πάρω τη γκαζόζα».
Γρήγορα όμως οι «Αλημπαμπάδες» της περιοχής, όπως του αποκαλεί η κυρία Ελένη, μυρίστηκαν την παρουσία του αυτοσχέδιου ψυγείου και προχώρησαν σε… δολιοφθορές. Διάφοροι κουτοπόνηροι αλητήριοι, άρχισαν να κλέβουν τα αναψυκτικά για να τα πιουν οι ίδιοι. Έπειτα, γέμιζαν τα μπουκάλια πάλι με απλό νερό και τα σφράγιζαν υποτυπωδώς, προκαλώντας μπελάδες στα δυο νεαρά παιδιά που ήταν δεν ήταν 17-18 χρονών τότε.
«Μωρέ Νώντα, φώναζε ο πελάτης στον αδερφό μου, είναι νερό αυτό!»
«Α, οι Αλημπαμπάδες μας το κάνουν αυτό!»
Η κατάσταση απαιτούσε νέα μέτρα και μια άλλη, πρωτότυπη και έξυπνη λύση τέθηκε σε εφαρμογή: το καλάθι έδωσε τη θέση του σε έναν τενεκέ, τρυπημένο με μαχαίρι και δεμένο με ένα μακρύ συρματόσκοινο, για να βουλιάζει μαζί με τα αναψυκτικά μέσα στο νερό. Όταν τον τραβούσαν επάνω, τα νερά άδειαζαν από τις τρύπες και αποκαλύπτονταν το δροσερό περιεχόμενο.
Στις δε εργασίες του μαγαζιού, υπήρχε καταμερισμός: η Ελένη έπλενε τα ποτήρια, έβαζε βανίλια ή ό,τι άλλο παρήγγειλαν οι πελάτες, και ο αδερφός της, ο Νώντας, σέρβιρε στα τραπέζια. Δική της υποχρέωση ήταν επίσης και να κρατά το γραμμόφωνο κουρδισμένο, γιατί μόλις αυτό σταματούσε να παίζει, οι πελάτες φώναζαν «κούρδισ’ το!». Κι έτρεχε η Ελένη να στεγνώσει τα χέρια της από τα νερά και τις σαπουνάδες και να κουρδίσει πάλι το γραμμόφωνο που συνέχιζε τον σκοπό του.
Τελικά αποδείχθηκε ότι ο δάσκαλος του χωριού είχε μεγάλο δίκιο που έλεγε ότι το χωράφι αυτό «έκρυβε θησαυρό», γιατί οι δουλειές πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, και το μαγαζί λίγο-λίγο εξελίχθηκε. Η παράγκα με τις καλαμιές, έδωσε τη θέση της σε ένα πλινθόκτιστο χώρο, με κανονικά παράθυρα με τζάμια.
Έφτασε μάλιστα σε σημείο να φέρνει ακόμη και κινηματογράφο για προβολές ταινιών κάθε Σάββατο, ενώ αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται σε αυτό και ορχήστρες με πασίγνωστα ονόματα της εποχής, όπως ο Βασιλόπουλος, ο Καρναβάς, ο Σαλέας, η Τασία Βέρα, η οποία μάλιστα ακόμη κι όταν έκανε μεγάλη καριέρα, δεν παρέλειπε ποτέ να λέει ότι πρωτοτραγούδησε στο μαγαζί του Νώντα Καπώνη, στη Γουριά.
Υπήρχε ωστόσο και κάτι που ποτέ δεν απέκτησε το μαγαζί, κι αυτό ήταν καρέκλες! Επί χρόνια, οι πελάτες κάθονταν επάνω σε τάβλες ή στα άχυρα, που τα έφερναν μαζί τους εκεί για τη μηχανή που τα έκανε μπάλες, ώστε να τα πουλήσουν ύστερα. Όταν όμως το απαιτούσαν οι περιστάσεις, όπως για παράδειγμα όταν στο μαγαζί είχαν όργανα, τότε δανείζονταν καρέκλες από όποιον μπορούσαν.
Ο ευτυχισμένος γάμος της Ελένης και του Σπύρου
Η Ελένη παντρεύτηκε με προξενιό, αλλά ο γάμος αυτός κατέληξε σε μεγάλη αγάπη, σεβασμό κι εκτίμηση του ενός για τον άλλο. Ήταν το 1964. Εκείνη, στα 26μιση κι ο Σπύρος Καλάκης, στα 38.
«Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή, με πήγαν με όργανα στην εκκλησία. Τον άντρα μου τον έλεγαν Σπύρο Καλάκη. Άνθρωποι σαν αυτόν, ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα!», μου είπε η ίδια, μιλώντας με θαυμασμό για τον σύζυγό της που έχασε πριν 13 χρόνια.
Ο Σπύρος ήταν ψαράς και μιλώντας για εκείνον, μου λέει πως ήταν «Άνθρωπος τίμιος και ηθικός. Αριστερών πεποιθήσεων, αλλά δίκαιος. Μπορούσε να πει «αυτή τη στιγμή έχει δίκιο ο Καραμανλής ή ο Μητσοτάκης κι έχεις άδικο εσύ Φλωράκη», αναφέρει χαρακτηριστικά η ίδια, και συνεχίζει: «Μου είχε πει, αν πεθάνω, μην ντραπείς για το όνομά μου. Υπήρξα τίμιος στη ξηρά και στη θάλασσα. Μπορείς να το ρωτήσεις αυτό!»
Η Ελένη εισέπραξε από τον άντρα της μεγάλη αγάπη και σεβασμό, και έζησε μαζί του ευτυχισμένα. Από εκείνον, υιοθέτησε όμως και μια στάση ζωής, που ακόμη τη διακρίνει:
«Μου έλεγε, θα κάνεις αυτοκριτική στον εαυτό σου και μετά θα κατηγορήσεις κάποια άλλη». Και συνεχίζει: «Δικό της είναι το σώμα κι ας το κάνει ό,τι θέλει. Αλλά, σαν άνθρωπος, μπορώ να σου πω πέντε κουβέντες, γιατί είναι κρίμα να διαλύσεις το σπίτι σου».
Η ζωή του ψαρά δεν ήταν καθόλου εύκολη και η Ελένη βοηθούσε τον άντρα της όπως μπορούσε: «Για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, να μπορούμε να έχουμε να πληρώσουμε το φως μας, το νερό μας, τον ΟΓΑ μας, και ψάρια πήγαινα στα σπίτια, και πάστωνα».
Με τον σύζυγό της δεν κατάφεραν να κάνουν παιδιά, αν είχαν όμως, θα προσπαθούσε να τα μάθει «γράμματα» κι αν δεν ήθελαν, μια τέχνη για να μπορούν να βιοποριστούν. Αφού όμως παιδιά δεν ήρθαν, η Ελένη πήρε απόφαση να κάνει πρώτα τα κουμάντα της για να βγαίνουν οι υποχρεώσεις του νοικοκυριού και μετά, με ό,τι περίσσευε, να μπορεί να απολαμβάνει τη ζωή που πάντα επιθυμούσε.
Τα ταξίδια σε όλη την Ευρώπη
Αν και το γνωρίζω ήδη από προηγούμενες συζητήσεις μας, δεν αργεί να φέρει την κουβέντα στη μεγάλη της αγάπη, που δεν είναι άλλη από τον Πολιτισμό, πέρα φυσικά από το Μεσολόγγι: «Είχα μια τάση, με προίκισε η Φύση; ο Θεός; Ας πούμε και ο Θεός και η Φύση, να μου αρέσουν τα ταξίδια και οι μεγάλες όπερες!»
Με τον άντρα της, μεγάλο λάτρη του Ποδοσφαίρου, είχαν συνάψει μια ιδιόμορφη συμφωνία: «Όταν άκουγε εκείνος ποδόσφαιρο, εγώ κουκουλωνόμουν με το πάπλωμα για να μην ακούω, κι όταν άκουγα εγώ όπερα, κουκουλωνόταν εκείνος με το πάπλωμα, αυτή τη συμφωνία είχαμε!»
Σε εποχές καθόλου εύκολες, και προκειμένου να μπορέσει να ταξιδέψει για να δει και να ακούσει όλα όσα ποθούσε, και να φτάσει ακόμη και στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι, έβαλε μπροστά την επιδεξιότητά της στο κέντημα και τη ραπτομηχανή. Κεντώντας και γαζώνοντας, εξασφάλιζε ένα μικρό εισόδημα που μπορούσε να διαθέσει για τον εαυτό της.
Πρέπει να ήταν πραγματική δεξιοτέχνισσα, γιατί ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Ευρώπη: «Πήγα στη Βουλγαρία, στη Γερμανία, Δυτική και Ανατολική, στη Βουδαπέστη, στην Τσεχία, στη Βιέννη, Ρουμανία, Ελβετία, Γαλλία, στο Μόντε Κάρλο».
Στο Μόντε Κάρλο μάλιστα, αποπειράθηκε να παίξει ακόμη και στο Καζίνο, δίχως όμως να έχει την τύχη μαζί της: «Έριξα μια δραχμή και την έχασα. Μια δικιά τους δραχμή όμως ήταν 70 δικές μας!», μου λέει με απογοήτευση.
Το ταξίδι όμως εκείνο που θα θυμάται για πάντα και τη συγκίνησε περισσότερο απ’ όλα, είναι οι 15 μέρες που πέρασε στη Ρωσία. Όπως μου αφηγείται, ενώ είχε ήδη κλείσει τα εισιτήρια, την ειδοποίησαν ότι εξαιτίας κάποιας μεταβολής της ισοτιμίας του δολαρίου, θα έπρεπε να καταβάλει μερικά χρήματα επιπλέον, γύρω στις 1.500 δραχμές, ποσό που δύσκολα μπορούσε να εξασφαλίσει εκείνη τη στιγμή.
Απελπισμένη, όχι μόνο να μην χάσει το ταξίδι που για εκείνη αποτελούσε όνειρο ζωής, αλλά ακόμη και τα χρήματα που είχε ήδη προκαταβάλει, σκέφτεται μια λύση απελπισίας, ώστε να μην αναγκαστεί να ζητήσει βοήθεια από τον σύζυγό της, που ήξερε πολύ καλά με πόση δυσκολία τα βγάζει πέρα.
Ως ψαράς λοιπόν, ο Σπύρος Καλάκης απέφευγε να φορά τη βέρα του, γιατί το καμάκι του πλήγωνε το χέρι. Έτσι λοιπόν, η Ελένη πήρε την αφόρετη βέρα του και πήγε και την πούλησε!
Ο σύζυγός της όμως δεν άργησε να ανακαλύψει ότι η βέρα λείπει από το σπίτι και μια μέρα, τη ρωτά:
«Ελένη, εκείνο τον χαλκά, τι τον έκανες;»
«Τι το θες;»
«Είδα εσένα που τον φοράς… τι τον έκανες;»
«Τον πούλησα»!
«Γιατί»;
«Δεν μου έφταναν τα λεφτά να πάω στη Ρωσία, την πούλησα, πήρα τα λεφτά και τα έστειλα επάνω».
«Καλά έκανες, μου λέει, λιγότερα οι κληρονόμοι!»
«Μου είπε σωστή κουβέντα και μου έδωσε θάρρος!»
Αυτή ήταν η σχέση που είχε μεταξύ τους το ζευγάρι αυτό. Ο καθένας, αναγνώριζε και σέβονταν τις αγάπες και τις αδυναμίες του άλλου και τον αγαπούσε ακριβώς γι’ αυτά του τα χαρακτηριστικά.
Η Ελένη πήγε στη Ρωσία με μια ξαδέρφη του άντρα της και τον σύζυγό της. Ο Σπύρος δεν τη συνόδευσε, γιατί άλλωστε η δική του ζωή, ήταν το Ποδόσφαιρο και ποτέ δεν έλειπε από το γήπεδο. Οπαδός της ΑΕΜ και από τις «μεγάλες» Ολυμπιακός, μου λέει η κυρία Ελένη, με εντολή μάλιστα προς την ίδια όταν πεθάνει… να τον θάψουν στο γήπεδο!
«Άμα σε αφήσει ο Δεσπότης, εντάξει»!, του απάντησε αστειευόμενη εκείνη.
Ας δούμε την αφήγηση της κυρίας Ελένης για το μεγάλο «ταξίδι ζωής» στη Ρωσία:
«Στη Ρωσία, εκεί ήθελα να αφήσω την ψυχή μου.
Πήγα στο μνημείο του Λένιν και του έριξα κόκκινο γαρύφαλλο.
Πήγα στο Ερμιτάζ, 3.000 δωμάτια. Μας βγάλαν τα παπούτσια και μας έδωσαν παπούτσια βελούδινα, για να μη χαλάσουμε τα εβένινα πατώματα, γιατί η Βασίλισσα, έδινε ένα κιλό χρυσό για να πάρει μια τάβλα έβενο.
Εκεί είδα Πανεπιστήμια και νέους μέσα στα πάρκα να διαβάζουν, εκεί είδα καθαριότητα, εκεί είδα τάξη και είδα νόμους σωστούς.
Έκατσα 15 μέρες. Πήγα στο Βόλγκογκραντ, στον Βόλγα, το κόκκινο ποτάμι, που βάφτηκε με αίμα…»
Πέρα από το εξωτερικό όμως, η κυρία Ελένη έχει ταξιδέψει αρκετά και στην Ελλάδα, σε τόπους και προορισμούς που με κάποιο τρόπο σχετίζονται με μεγάλους πνευματικούς δημιουργούς.
Στη Μονεμβασιά, γιατί πάντα θαύμαζε τον σκεπτικό Ρίτσο, που κοίταζε τη θάλασσα. Η φράση του μάλιστα «Μην αγαπήσετε τα μεγάλα σπίτια, παρά να αγαπήσετε τα μεγάλα παράθυρα», αποτελεί μια από τις αγαπημένες της. Όπως κι εκείνη του Καζαντζάκη «Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, έχεις γράψει τον παράδεισο της ψυχής και μπες μέσα». Αλλά και το απόφθεγμα του Ντοστογιέφσκι «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Η ομορφιά της ψυχής».
Η «ομορφιά», βλέπετε, είναι κάτι που η κυρία Ελένη εκτιμά ιδιαίτερα. Γι’ αυτό το λόγο, στον τοίχο του σπιτιού της, έγραψε «σε ένα μαρμαράκι»: «Η αυλή της Ελένης». Κι από κάτω, συνεχίζει: «Δεν θα στεναχωρηθώ που θα φύγω, θα στεναχωρηθώ που θα χάσω και δεν θα ξαναδώ το μεγαλείο της φύσης».

Μου εξηγεί το σκεπτικό της: «Δε θα λυπηθώ που θα φύγω, γιατί ο Θεός πήρε μια πένα, ένα χαρτί και είπε θα τη στείλω την Ελένη κάτω πάλι, αλλά θα την πάρω πάλι. Ένα λάθος είναι, να μην φεύγεις με πόνους!»
Συνεχίζουμε τη συζήτησή μας κι αυτή τη φορά η κουβέντα έρχεται στη Μουσική: «Όταν ακούω κλασική μουσική, τον μεγαλύτερο εχθρό να έχω, θα τον συγχωρέσω, γιατί η μουσική, μέχρι και λιοντάρια ηρεμεί! Ένας μεγάλος μουσικός είχε πει «παίζω για να γνωρίσω τον κόσμο όλον, μα δεν γνώρισα ούτε τον εαυτό μου». Η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος. Κι εγώ μπορεί κάποια στιγμή να αμαρτάνω. Προσπαθώ μέσα μου να βρω πού είμαι σκάρτη και να συμμορφωθώ. Δεν το βρίσκω αυτό πουθενά στον εαυτό μου».
Μάλιστα, μου εκμυστηρεύεται και τις οδηγίες που έχει αφήσει, εάν συμβεί το απευκταίο: «Έχω ζητήσει στον Κουτσαγγέλη (ΣΣ: Γεράσιμος Κουτσαγγέλης, Αρχιμουσικός Φιλαρμονικής Διονύσιος Σολωμός), αν πεθάνω, να έρθουν έξω από την εκκλησία και να παίξουν ένα τέταρτο, δυο κομμάτια, από το Απολυτίκιο της Μεγάλης Παρασκευής…»
Το λουλουδάκι που προσφέρει
Η αγάπη και η ζεστασιά του λόγου της, με ωθούν να αλλάξω θέμα, μακριά από δυσάρεστα θέματα. Τη ρωτώ επομένως για εκείνο που αποτέλεσε το αρχικό αίτιο της γνωριμίας μας, το λουλουδάκι που μου πρόσφερε κι εμένα, όπως προσφέρει και σε κάθε επισκέπτη του Μεσολογγίου που συναντά, ένα λουλουδάκι που προέρχεται από τις πολλές μικρές γλαστρούλες που κοσμούν το σπίτι της.
«Γιατί αυτό έχω μέσα μου. Αυτό προσφέρω», είναι η αυθόρμητη απάντησή της, και είναι αρκετή.

Το Μεσολόγγι και οι Μεσολογγίτες
Η επόμενη ερώτησή μου, είναι επίσης αυτονόητη: «Τι σημαίνει «Μεσολόγγι» για εσένα;»
Μου απαντά: «Ας πάρω την εκδοχή, ότι είναι η Ιερή Πόλη Μεσολογγίου και πολέμησε για τη δόξα και την ελευθερία. Τι άλλο καλύτερο από αυτό; Είναι τιμή μου και καμάρι μου που είμαι Μεσολογγίτισσα. Ο άντρας μου, των Βαΐων, όταν τρώγαμε και περνούσαν τα αεροπλάνα, γέμιζε το πιάτο του με δάκρυα. Ήταν η λατρεία του το Μεσολόγγι!»
Για να μου καταδείξει την αγάπη και του μακαρίτη του άντρα της για το Μεσολόγγι, μου αφηγείται ένα περιστατικό, έναν τσακωμό του.
«Γιατί είσαι ταραγμένος;» τον ρώτησε
«Τα έσυρα σε κάποιον», της απαντά εκείνος, εκείνος που δεν τσακωνόταν ποτέ, και συνεχίζει προσπαθώντας να αιτιολογεί την πράξη του: «είπε ότι ο Παλαμάς ήταν δοσίλογος στους Γερμανούς. Του είπα «ντροπή σου, πάρε το λόγο σου πίσω! Ένας ποιητής έχει καθαρό μυαλό. Δεν μπορεί να είναι δοσίλογος!».
Για την κυρία Ελένη όμως, το Μεσολόγγι δεν είναι απονοηματοδοτημένο από τους ανθρώπους του και πλάι στους «παλιούς», όπως τον ποιητή Κωστή Παλαμά, μου μιλά με φανερό καμάρι και υπερηφάνεια για τη φιλία που διατηρεί με τον Νίκο Κορδόση, Ιδρυτή και Διευθύνοντα Συμβούλου της «Διεξόδου»: «Με έχει ο Κορδόσης δίπλα του. «Σε έχω γραμμένη στο Σύλλογο, είσαι δικιά μας»!, μου λέει και το πρόσωπό της φωτίζεται.
Κι ένας Αγρινιώτης
Η κυρία Ελένη όμως μου μιλά και με τα πλέον θερμά λόγια για έναν άλλο άνθρωπο του Πολιτισμού, τον Αγρινιώτη Γλύπτη Ευάγγελο Τύμπα, πολλά εξαιρετικά έργα του οποίου κοσμούν την Ιερά Πόλη Μεσολογγίου, όπως οι ανδριάντες του Ιωσήφ Ρωγών και του Χρήστου Καψάλη, για τον οποίο τρέφει μεγάλη εκτίμηση και συμπάθεια:
«Ήθελα να βραβεύσω τον γλύπτη, περισσότερο από κάθε άλλον. Στα μικρά του χρόνια, αδίδακτος, τον προίκισε η φύση, και του ευχήθηκα να μιμηθεί τον Χαλεπά, που έφτιαξε την ωραία κοιμωμένη στο Α’ Νεκροταφείο και όταν κατάλαβε το λάθος του, αυτοκτόνησε.
Και μου απαντά «Κι εγώ κυρά-Ελένη να αυτοκτονήσω»;
«Όχι, εσύ είσαι νέος, σου εύχομαι να φτάσεις στο Ερμιτάζ της Ρωσίας στην Πετρούπολη και στο Μουσείο του Λούβρου. Εγώ θα σε βραβεύσω με τα σύμβολα της Ειρήνης: με δάφνες, κλαδιά από ελιά, σμύρνα, βασιλικό και βάγια από την Ιερή Πόλη Μεσολογγίου.»
Και πράγματι, αυτό έκανε, αφού αμέσως μετά το πέρας της τελετής των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντα του Χρήστου Καψάλη, στεφάνωσε τον γλύπτη με κλωνάρια από ελιά
«Αυτά να τα πεις για το παιδί, να τα γράψεις όλα!», μου δίνει εντολή για να βεβαιωθεί ότι έχω καταγράψει προσεκτικά και δεν θα ξεχάσω αυτά που μου είπε.

(Φωτογραφία Απόστολου Κ. Καρακώστα)
Η Διακοσιοστή Επέτειος της Εξόδου
Ξέρω ότι όπως όλοι οι Μεσολογγίτες και όχι μόνο, μέσα της καρτερά να ζήσει τις μεγάλες Επετειακές Εκδηλώσεις των δύο ολόκληρων αιώνων που έχουν περάσει από την Έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Μεσολογγίου, στις 10 Απριλίου του 1826. Εκδηλώσεις που προβλέπεται ότι θα προσελκύσουν επισκέπτες από ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό.
Τη ρωτώ, αν είχε την ευκαιρία να απευθυνθεί σε αυτούς τους ανθρώπους, τι θα ήθελε να τους πει;
«Ότι είναι σε μια Ιερή Πόλη που η ιστορία της δεν είναι γραμμένη με πένα αλλά με αίμα!», είναι η αποστομωτική της απάντηση.
Πριν όμως ολοκληρώσουμε αυτή την ιδιότυπη συνέντευξη-αφήγηση, δεν παραλείπει να μου δώσει και μια συμβουλή, για να την μεταφέρω στον Δήμαρχο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, Σπύρο Διαμαντόπουλο:
«Να πεις στον Δήμαρχο, και να το συζητήσετε, όπως έκαναν εκείνα τα χρόνια, από τον Άγιο Σπυρίδωνα, μέχρι την πόρτα του Κήπου των Ηρώων, στρώναν βάγια κάτω. Φυλλαράκια-φυλλαράκια. Εκείνη η στιγμή είναι Ιερή!»
«Ιερή» όμως ήταν και για εμένα η κάθε στιγμή που πέρασα ακούγοντας τις αφηγήσεις της κυρίας Ελένης Καλάκη, όχι μόνο για τη σπάνια ευκαιρία που είχα να ρίξω μια σύντομη ματιά στην τόσο ενδιαφέρουσα ζωή και κοσμοθεωρία της, αλλά γιατί γνώριζα ότι πλησίαζε η ώρα που θα έπρεπε να αποχωριστώ οριστικά το Μεσολόγγι και τους ανθρώπους του και δύσκολα θα ξαναέβρισκα την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί της άλλες τέτοιες στιγμές.
Ελπίζω όμως, αυτή η συνέντευξη, να διαβαστεί από ανθρώπους που θα θελήσουν να μάθουν περισσότερα για την Ελένη Καλάκη και, γιατί όχι, να αντλήσουν έμπνευση για τα ωραία και σημαντικά της ζωής, από αυτή την υπέροχη Μεσολογγίτισσα!

Κώστας Καρακώστας – Blog «Κωστολόγιο»







