Καταγγελία-φωτιά της Ένωσης Αστυνομικών Αιτωλίας: «Παίζουν με την ασφάλεια αστυνομικών και πολιτών»

Με αιχμηρή ανακοίνωση, η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αιτωλίας εκφράζει την έντονη διαμαρτυρία της για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι πρόσφατες μεταθέσεις και οι υπηρεσιακές μετακινήσεις προσωπικού στη Διεύθυνση Αστυνομίας Αιτωλίας. Η Ένωση κάνει λόγο για επιλεκτική εφαρμογή των υπηρεσιακών κριτηρίων, άνιση μεταχείριση και σοβαρά προβλήματα υποστελέχωσης σε κρίσιμες υπηρεσίες, υποστηρίζοντας ότι οι συγκεκριμένες επιλογές δημιουργούν κινδύνους τόσο για τους αστυνομικούς όσο και για την ασφάλεια των πολιτών.
Ακολουθεί η ανακοίνωση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αιτωλίας:
Μετά την πραγματοποίηση του Συμβουλίου Μεταθέσεων της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αιτωλίας καθώς και την εξέταση αιτήσεων θεραπείας, γίναμε για ακόμη μία φορά μάρτυρες διοικητικών επιλογών που δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα αυθαιρεσίας, άνισης μεταχείρισης και επιλεκτικής εφαρμογής των υπηρεσιακών κριτηρίων.
Για την ίδια Υπηρεσία είδαμε αιτήματα συναδέλφων να εγκρίνονται, παρότι δεν εμφανίζονταν κενές οργανικές θέσεις, ενώ άλλα απορρίφθηκαν με τη γενική επίκληση των «αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών», παραβλέποντας τις κενές οργανικές θέσεις που θα καλυπτόταν. Το άρθρο 1 του Π.Δ. 100/2003 ορίζει ότι οι αστυνομικοί τοποθετούνται και μετατίθενται μόνο σε οργανικές θέσεις του βαθμού τους που είναι κενές ή κενώνονται λόγω μετάθεσης άλλου συναδέλφου. Εφόσον, επομένως, δεν συνέτρεξε κάποια από τις ειδικά προβλεπόμενες εξαιρέσεις ή ταυτόχρονη κένωση αντίστοιχης θέσης, οι συγκεκριμένες μεταθέσεις συνιστούν παράβαση του Π.Δ. 100/2003. Όταν όμοιες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά, χωρίς συγκεκριμένη και επαρκή αιτιολόγηση, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ενιαία και αντικειμενικά κριτήρια.
Τίθεται, συνεπώς, ένα εύλογο και σοβαρό ερώτημα: οι αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες αποτελούν πάντοτε μία αντικειμενική και αναπόφευκτη πραγματικότητα ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, δημιουργούνται, διατηρούνται ή επιδεινώνονται από τις ίδιες τις διοικητικές επιλογές και στη συνέχεια προβάλλονται επιλεκτικά ως αιτιολογία για συγκεκριμένες μεταθέσεις και μετακινήσεις προσωπικού;
Το χρόνιο πρόβλημα υποστελέχωσης του Α.Τ. Αιτωλικού φαίνεται να συντηρείται, παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις περί προτεραιότητας ενίσχυσής του. Η κατάσταση είναι τέτοια, ώστε ακόμη και ο Διοικητής του να εκτελεί καθήκοντα Αξιωματικού Υπηρεσίας, να συμμετέχει σε μεταγωγές και να εξυπηρετεί την έκδοση δελτίων ταυτότητας. Η Διοίκηση δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο και να εκμεταλλεύεται διαρκώς το φιλότιμο του προσωπικού για να καλύπτει τις δικές της ελλείψεις σχεδιασμού και στελέχωσης.
Την ίδια στιγμή, το Α.Τ. Ξηρομέρου, μία Υπηρεσία μικτής αρμοδιότητας, με εκτεταμένη εδαφική περιφέρεια, αυξημένο επιχειρησιακό φόρτο και πρόσθετες υποχρεώσεις διαβατηριακού ελέγχου, δεν ενισχύθηκε, παρά το γεγονός ότι εμφανίζει τις περισσότερες κενές οργανικές θέσεις σε συγκεκριμένη κατηγορία βαθμών. Παράλληλα, δεν αντικαταστάθηκαν πλήρως όσοι συνάδελφοι μας μετακινήθηκαν από το Γ.Α.Ε.Β., παρά τον ιδιαίτερα σημαντικό και ευαίσθητο ρόλο που επιτελεί. Ποιο ενιαίο και αντικειμενικό κριτήριο δικαιολογεί αυτές τις επιλογές;
Το ζήτημα, όμως, δεν περιορίζεται στις μεταθέσεις. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και διατίθεται το προσωπικό της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αιτωλίας.
Σε πρόσφατη υπηρεσία, η μοναδική διαθέσιμη περιπολία του Α.Τ. Ναυπακτίας, στελεχωμένη μάλιστα από έναν μόνο αστυνομικό,διατέθηκε για τη φύλαξη σκοπιάς στο μέγαρο της Δ.Α. Αιτωλίας. Αποτέλεσμα ήταν η περιοχή της Ναυπακτίας, η οποία κατά τη θερινή περίοδο παρουσιάζει ιδιαίτερα αυξημένη επισκεψιμότητα και υπερδιπλασιάζεται ο πληθυσμός τόσο εντός αστικού ιστού όσο και στα χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας, να παραμείνει χωρίς την αναγκαία αστυνομική παρουσία και άμεση ανταπόκριση.
Εκ των υστέρων και προφανώς αφού έγιναν αντιληπτά τα προβλήματα αυτά συνάδελφος ο οποίος υπηρετεί στην Ο.Ε.Π.Τ.Α (Υπηρεσία έδρας), διατάχθηκε να εκτελέσει εποχούμενη περιπολία στον τομέα αρμοδιότητας του Α.Τ. Ναυπακτίας. Δηλαδή ένας αστυνομικός που υπηρετεί σε υπηρεσία της Ναυπάκτου κατόπιν εντολών μετέβη για εκτέλεση Υπηρεσίας στο Μεσολόγγι και ένας αστυνομικός που υπηρετεί σε υπηρεσία του Μεσολογγίου μετέβη στη Ναύπακτο για το ίδιο ωραριο. Τίθεται, συνεπώς, το εύλογο ερώτημα κατά πόσο η συγκεκριμένη αμοιβαία μετακίνηση προσωπικού συνιστά χρηστή και ορθολογική διοίκηση, όταν οι ίδιες υπηρεσιακές ανάγκες μπορούσαν να καλυφθούν χωρίς άσκοπες μετακινήσεις, πρόσθετη ταλαιπωρία και επιβάρυνση των συναδέλφων;
Παράλληλα, συνάδελφοι του Τ.Τ. Ναυπακτίας έχουν διαταχθεί να ενισχύουν το Τ.Τ. Μεσολογγίου. Η ενέργεια αυτή έχει ως αποτέλεσμα σε πολλές από τις βάρδιες να υπάρχει μόνο ένας Αστυνομικός τόσο τις απογευματινές όσο και τις βραδινές ώρες ο οποίος θα πρέπει να ανταπεξέλθει στα καθήκοντα του Αξιωματικού Υπηρεσίας και της εποχούμενης περιπολίας. .
Ακόμη σοβαρότερα ερωτήματα προκαλεί το περιστατικό καταδίωξης που κατέληξε στο Αντίρριο το βράδυ του Σαββάτου. Την ώρα εκείνη, η Ο.Π.Κ.Ε. της Δ.Α. Αιτωλίας ήταν για ακόμη μία φορά διασπασμένη, καθώς μέλος της είχε διατεθεί για τη φύλαξη του μεγάρου στο οποίο συστεγάζονται τρεις Υπηρεσίες και το Επιτελείο της Δ.Α. Αιτωλίας. Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αφού η Ομάδα χρησιμοποιείται συχνά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της για την κάλυψη κενών άλλων Υπηρεσιών, όπως του Α.Τ. Αιτωλικού.
Την ίδια ώρα, η Ο.Π.ΔΙ., η οποία έχει διατεθεί για την ενίσχυση της Δ.Α. Αιτωλίας, απασχολείται κατόπιν εντολών κατά κύριο λόγο μόνο με τροχονομικούς ελέγχους και βεβαιώσεις παραβάσεων, αντί να αξιοποιείται κατά προτεραιότητα στην πρόληψη και στην ουσιαστική αστυνόμευση. Δημιουργείται έτσι η εύλογη εντύπωση ότι προτεραιότητα δεν αποτελεί πάντοτε η πραγματική ασφάλεια, αλλά η παρουσίαση αριθμητικών αποτελεσμάτων.
Καταγγέλλουμε τις πρακτικές αυτές, διότι δημιουργούν πραγματικούς κινδύνους για τους συναδέλφους που εργάζονται στον δρόμο και καλούνται να αντιμετωπίζουν σοβαρά περιστατικά με ανεπαρκή δύναμη και αποδυναμωμένες ομάδες. Η ευθύνη για τον σχεδιασμό, τη στελέχωση και τη διάθεση του προσωπικού ανήκει σε εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Δεν είναι αποδεκτό, όταν συμβεί ένα σοβαρό περιστατικό, οι ευθύνες να αναζητούνται και πάλι στον τελευταίο αστυφύλακα, ο οποίος κλήθηκε να εκτελέσει εντολές κάτω από δυσμενείς συνθήκες.
Ξεκαθαρίζουμε ότι δεν στρεφόμαστε εναντίον κανενός συναδέλφου που μετατέθηκε ή εκτέλεσε οποιαδήποτε διαταχθείσα υπηρεσία. Δεν αμφισβητούμε τις προσωπικές, οικογενειακές ή κοινωνικές ανάγκες κανενός. Το ζήτημα δεν είναι ποιος συνάδελφος μετατέθηκε, αλλά με ποια κριτήρια, με ποιον σχεδιασμό και με ποια συνέπεια αντιμετωπίζονται όλες οι Υπηρεσίες και το σύνολο του προσωπικού.
Δυστυχώς, τα φαινόμενα αυτά δεν μας προκαλούν πλέον έκπληξη. Η Ένωσή μας έχει κατ’ επανάληψη καταγγείλει συγκεκριμένες περιπτώσεις παραβίασης Προεδρικών Διαταγμάτων και της κείμενης νομοθεσίας, χωρίς να λαμβάνει ουσιαστικές απαντήσεις και χωρίς να διαπιστώνεται η αναγκαία διορθωτική παρέμβαση. Η συνεχής απουσία ελέγχου και λογοδοσίας ενισχύει την αίσθηση ότι οι διοικητικές επιλογές μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς σαφή όρια και χωρίς συνέπειες.
Η Ένωσή μας βρίσκεται και θα συνεχίσει να βρίσκεται δίπλα σε όλους τους συναδέλφους, χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις, διεκδικώντας καλύτερες, ασφαλέστερες και δικαιότερες συνθήκες εργασίας σε όλες τις Υπηρεσίες. Θα συνεχίσουμε να παρεμβαίνουμε θεσμικά και δημόσια, με στόχο να σταματήσουν πρακτικές αυθαιρεσίας, επιλεκτικής μεταχείρισης και διοικητικής ασυνέπειας από οποιαδήποτε Διοίκηση.
Η ασφάλεια των συναδέλφων και των πολιτών δεν μπορεί να υποτάσσεται σε πρόχειρους σχεδιασμούς, αριθμητικούς στόχους και επιλεκτικές υπηρεσιακές ανάγκες. Οι υπεύθυνοι οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους πριν συμβεί το επόμενο σοβαρό περιστατικό — όχι μετά.









