Ελληνική οικονομία στη ΔΕΘ 2026: Η ανάγκη για μια νέα μακροοικονομική αρχιτεκτονική – Άρθρο της Μαρίας Δαφέρμου

Η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης διεξάγεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή για τη χώρα, με την ελληνική οικονομία να αναζητά απεγνωσμένα ένα νέο σημείο μακροοικονομικής ισορροπίας.
Μετά από μια διετία που χαρακτηρίστηκε από υψηλές, ίσως και υπερβολικές, προσδοκίες, οι οικονομικοί δείκτες αποκαλύπτουν πλέον μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη και απαιτητική από όσο θα επιθυμούσε η κυβέρνηση.
Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, η ακρίβεια αποκτά ενδημικά χαρακτηριστικά, η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη και οι περιφερειακές ανισότητες διευρύνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς.
Αυτή η εικόνα, αν και δεν συνιστά μια οξεία κρίση, αποκαλύπτει ωστόσο μια βαθιά δομική αδυναμία που καθιστά πλέον επιτακτική τη μετάβαση σε μια νέα αρχιτεκτονική οικονομικής πολιτικής.
Τα δεδομένα του 2026 δείχνουν ξεκάθαρα ότι η οικονομία έχει εισέλθει σε μια φάση σοβαρής κόπωσης, με τον ρυθμό ανάπτυξης να αναθεωρείται στο 2% έναντι της αρχικής πρόβλεψης του 3,1%.
Παράλληλα, το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώνεται στο 1,8%, ξεπερνώντας τους αρχικούς στόχους, ενώ το δημόσιο χρέος παραμένει καθηλωμένο στο δυσθεώρητο 161% του ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, η παραγωγικότητα της εργασίας καταγράφει αρνητικό πρόσημο (-0,4%) σε ετήσια βάση, σε πλήρη αναντιστοιχία με τη θετική τάση που καταγράφεται στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανεργία των νέων παραμένει στο εξαιρετικά υψηλό 22,4%, ένα ποσοστό που στερεί κάθε ελπίδα για το μέλλον σε μια ολόκληρη γενιά.
Το πιο πιεστικό κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει η ακρίβεια που πλήττει ανελέητα τα νοικοκυριά, με τον πληθωρισμό των τροφίμων στο 6,8% και της στέγασης να σκαρφαλώνει στο 9,2%.
Το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο σε ολόκληρη την ΕΕ-27 και έχει ως αποτέλεσμα το 70% των νοικοκυριών να βλέπει την αγοραστική του δύναμη να συρρικνώνεται με ταχύτητα.
Η απάντηση της Πολιτείας μέχρι σήμερα εξαντλήθηκε σε βραχυπρόθεσμες, επιδοματικές παρεμβάσεις που δεν επιλύουν τη ρίζα του προβλήματος.
Απουσιάζουν εντελώς οι διαρθρωτικές λύσεις που θα μείωναν πραγματικά το κόστος παραγωγής και θα ενίσχυαν τον υγιή ανταγωνισμό στην αγορά.
Τρόφιμα και ενέργεια στη χώρα μας παραμένουν αισθητά ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χωρίς να διαφαίνεται πολιτική βούληση για την ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου.
Η στασιμότητα της παραγωγικότητας εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τη χρόνια και δομική υποεπένδυση σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας.
Η Ελλάδα επενδύει μόλις το 1,5% του ΑΕΠ σε Έρευνα και Ανάπτυξη, έναντι 2,3% που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ, και μόλις 0,9% στη βιομηχανική πολιτική.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παραγωγικό μοντέλο υπερεξάρτησης από τον τουρισμό, το οποίο αποτυπώνεται σε οδυνηρές στρεβλώσεις, όπως η αύξηση των ενοικίων κατά 32%.
Ταυτόχρονα, κρίσιμα έργα υποδομών και μεταφορών μετρούν καθυστερήσεις άνω των πέντε ετών, με το Ταμείο Ανάκαμψης να αποτελεί την τραγικότερη ίσως αποτυχία.
Μόλις το 31% των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης έχει ολοκληρωθεί, ενώ ένα μεγάλο τμήμα των πόρων κατευθύνεται σε έργα χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Η μεγαλύτερη μεταρρυθμιστική ευκαιρία της γενιάς μας λιμνάζει, εξαιτίας της κυβερνητικής ανεπάρκειας στον σχεδιασμό και τη διαχείριση αυτού του πρωτοφανούς ταμείου στήριξης.
Η ΔΕΘ κινδυνεύει να μετατραπεί εκ νέου σε μια επικοινωνιακή πλατφόρμα υπερφόρτωσης εξαγγελιών, στερούμενη στρατηγικού βάθους και ουσιαστικού περιεχομένου.
Αυτό που απουσιάζει είναι ένα συνεκτικό, κοστολογημένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα έβαζε την οικονομία σε μια νέα, βιώσιμη τροχιά.
Χρειαζόμαστε ένα Εθνικό Σχέδιο Παραγωγικότητας με αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης και ουσιαστική αναβάθμιση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων.
Είναι αναγκαία η περιφερειακή ανάπτυξη με πραγματική αποκέντρωση, ώστε κάθε περιφέρεια να αποκτήσει το δικό της παραγωγικό σχέδιο, βασισμένο στα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.
Για την Κρήτη, για παράδειγμα, αυτό σημαίνει σύνδεση του τουρισμού με την αγροδιατροφή, επένδυση στην πράσινη ενέργεια και δημιουργία τεχνολογικών clusters.
Παράλληλα, απαιτείται μια Πολιτική νέας γενιάς, που θα εστιάσει στη χρηματοδότηση προγραμμάτων στέγασης και στη δημιουργία αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας.
Στόχος πρέπει να είναι η παραμονή των νέων στον τόπο τους και η δημιουργία προοπτικής, αντί της συνεχούς μετανάστευσης στο εξωτερικό.
Κανένα σχέδιο δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένο χωρίς μια Στοχευμένη Κοινωνική Πολιτική, που θα εξασφαλίζει νέες θέσεις στην προσχολική φροντίδα και θα στηρίζει τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης.
Καθώς κάθε αναπτυξιακός σχεδιασμός μένει ατελέσφορος, κρατώντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, πρέπει να ληφθούν μέτρα κατά της δομικής ακρίβειας.
Η ΔΕΘ 2026 είναι ο καθρέφτης της εθνικής μας οικονομίας και η πολιτική αξιοπιστία κατακτάται με σοβαρότητα, τεκμηρίωση και ουσιαστικό σχεδιασμό.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα οικονομική πολιτική που θα συνδυάζει την παραγωγική δυναμική με την κοινωνική δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και την περιφερειακή ισορροπία.
Αυτή είναι η μόνη προοπτική που μπορεί να διασφαλίσει ένα βιώσιμο και δίκαιο μέλλον για τη χώρα και τους πολίτες της.









