Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Νέο πλαίσιο για γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς – Πώς επηρεάζονται οι αγρότες


Ύστερα από σχεδόν μια δεκαετία προβληματισμού, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχείρησε να δώσει μια σαφή απάντηση στο ερώτημα για το πού τελειώνει η παραδοσιακή βελτίωση των φυτών και πού αρχίζει η γενετική τροποποίηση.

Στις 17 Ιουνίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ένα νέο πλαίσιο για τις καλλιέργειες που προκύπτουν μέσω γονιδιακής επεξεργασίας, σηματοδοτώντας μια σημαντική μετατόπιση στην ευρωπαϊκή προσέγγιση.

Για πρώτη φορά δημιουργείται σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στα κλασικά γενετικά τροποποιημένα φυτά και σε εκείνα στα οποία έχουν γίνει στοχευμένες αλλαγές στο ήδη υπάρχον γενετικό υλικό, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Η απόφαση αυτή δεν αφορά μόνο τους Ευρωπαίους αγρότες, αλλά μπορεί να επηρεάσει ευρύτερα την παγκόσμια αγορά τροφίμων και ζωοτροφών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το κόστος παραγωγής αυξάνεται.

Η ανάγκη για ανθεκτικότερες καλλιέργειες γίνεται ολοένα πιο επιτακτική, και η νέα νομοθεσία έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό.

Η Σουηδή ευρωβουλευτής Jessica Polfjärd, που προώθησε τον σχετικό φάκελο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υποστήριξε ότι οι Ευρωπαίοι αγρότες ζητούν εδώ και χρόνια πρόσβαση σε σύγχρονα εργαλεία βελτίωσης των καλλιεργειών.

Τα νέα εργαλεία θα μπορούσαν να προσφέρουν ποικιλίες περισσότερο ανθεκτικές και λιγότερο εξαρτημένες από φυτοφάρμακα, σύμφωνα με την ίδια.

Η ψήφιση του νέου πλαισίου δημιουργεί πλέον μια νέα διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τι θεωρείται γενετικά τροποποιημένος οργανισμός (GMO) και τι όχι.

Μια συμβατική, μη γενετικά τροποποιημένη καλλιέργεια δημιουργείται με την παραδοσιακή μέθοδο διασταύρωσης φυτών, όπου οι βελτιωτές επιλέγουν φυτά με επιθυμητά χαρακτηριστικά και τα διασταυρώνουν επί πολλές γενιές.

Η διαδικασία αυτή είναι δοκιμασμένη, αλλά χρονοβόρα και όχι πάντα προβλέψιμη, σε αντίθεση με τις σύγχρονες τεχνικές.

Στα κλασικά γενετικά τροποποιημένα φυτά, οι επιστήμονες εισάγουν απευθείας στο γονιδίωμα του φυτού DNA από έναν άλλο οργανισμό, τεχνολογία που έχει χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη ανθεκτικών ποικιλιών σόγιας και καλαμποκιού.

Η γονιδιακή επεξεργασία, με εργαλεία όπως το CRISPR, λειτουργεί διαφορετικά, καθώς επιτρέπει εξαιρετικά στοχευμένες αλλαγές στο υπάρχον γενετικό υλικό του φυτού.

Οι επιστήμονες μπορούν να «κόψουν», να αφαιρέσουν ή να τροποποιήσουν ένα συγκεκριμένο γονίδιο, χωρίς να εισαγάγουν απαραίτητα ξένο DNA.

Αυτή ακριβώς η διαφορά –η προσθήκη ενός νέου γονιδίου έναντι της στοχευμένης τροποποίησης ενός υπάρχοντος– αποτελεί τη βάση της νέας ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Η επιφυλακτικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απέναντι στις κλασικές γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες δεν βασίστηκε σε ένα συγκεκριμένο επιστημονικό εύρημα, αλλά κυρίως στην έλλειψη επαρκών μακροπρόθεσμων δεδομένων.

Οι αντιρρήσεις αφορούσαν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, την υγεία των ζώων και τα κατάλοιπα ζιζανιοκτόνων, όπως η γλυφοσάτη, που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με ορισμένες καλλιέργειες.

Η στάση αυτή ήταν περισσότερο μια στάση προφύλαξης παρά μια οριστική επιστημονική καταδίκη, ωστόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατηρούσε την αρμοδιότητα έγκρισης των εισαγωγών και συνέχιζε να εγκρίνει προϊόντα γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών.

Η νέα νομοθεσία για τις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές (New Genomic Techniques – NGT) δεν καταργεί την αυστηρή ευρωπαϊκή στάση απέναντι στα κλασικά GMOs, αλλά δημιουργεί μια ξεχωριστή κατηγορία.

Οι γονιδιακά επεξεργασμένες καλλιέργειες που φέρουν μικρές και στοχευμένες αλλαγές θα μπορούσαν να έχουν προκύψει και μέσω φυσικής μετάλλαξης ή συμβατικής βελτίωσης.

Πρόκειται για τα φυτά Κατηγορίας 1 (NGT-1), τα οποία θα αντιμετωπίζονται ουσιαστικά όπως οι συμβατικές καλλιέργειες, χωρίς την ίδια μακρά διαδικασία αξιολόγησης κινδύνου και χωρίς υποχρεωτική επισήμανση στο ράφι.

Αντίθετα, πιο σύνθετες γενετικές παρεμβάσεις, καθώς και φυτά στα οποία εισάγεται ξένο DNA, θα παραμείνουν στην Κατηγορία 2, υπαγόμενα στο πλήρες καθεστώς της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα GMOs.

Οι πρώτες καλλιέργειες που αναμένεται να επωφεληθούν από το νέο καθεστώς περιλαμβάνουν ποικιλίες σόγιας με βελτιωμένο προφίλ λιπαρών ή υψηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.

Ποικιλίες καλαμποκιού με αυξημένη αντοχή στην ξηρασία βρίσκονται επίσης στο επίκεντρο, ενώ το σιτάρι με γονιδιακές παρεμβάσεις για σημαντική μείωση της περιεκτικότητας σε γλουτένη θεωρείται μεταξύ των πιθανών πρώιμων εφαρμογών.

Η ανθεκτική στα ζιζανιοκτόνα σόγια –χαρακτηριστικό που βρίσκεται πίσω από μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής γενετικά τροποποιημένης σόγιας– εξαιρείται από την πιο χαλαρή κατηγορία, και θα συνεχίσει να υπόκειται στους αυστηρούς κανόνες για τα GMOs.

Η νέα πραγματικότητα δεν θα γίνει αισθητή από τη μια μέρα στην άλλη, καθώς προβλέπεται διετής μεταβατική περίοδος, κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξειδικεύσει τις τεχνικές λεπτομέρειες.

Οι νέοι κανόνες θα τεθούν πλήρως σε εφαρμογή στις 17 Ιουλίου 2028, και τότε θα δοκιμαστεί στην πράξη εάν η Ευρώπη μπορεί πράγματι να αντιμετωπίσει τη γονιδιακή επεξεργασία ως κάτι διαφορετικό από την κλασική γενετική τροποποίηση.

Το αποτέλεσμα αυτής της ευρωπαϊκής επιλογής αναμένεται να παρακολουθείται στενά όχι μόνο από τους παραγωγούς της ΕΕ, αλλά και από τις αγορές ζωοτροφών και τους ρυθμιστικούς φορείς της Ασίας και άλλων μεγάλων αγροτικών αγορών.


Πηγή: Parapolitika