Μυρίζει εκλογές

Φουλ τα γκάζια για εκλογές. Προ ημερών στην Πάτρα ο πρωθυπουργός διαβεβαίωσε για πολλοστή φορά, ότι οι κάλπες θα στηθούν περίπου στην ώρα τους (Άνοιξη, είπε).

Πρόσθεσε όμως, ότι ο ίδιος ξέρει πότε ακριβώς. Φάνηκε ότι μάλλον αστειευόταν, τουλάχιστον αυτό νομίσαμε όλοι και γι΄ αυτό έσπευσε δύο 24ωρα αργότερα να δηλώσει ότι του μυρίζουν εκλογές. Έτσι για να μην μπερδευόμαστε. Το σίγουρο είναι ότι ο κ. Μητσοτάκης έχει μπουχτίσει να τον ρωτάμε εμείς οι δημοσιογράφοι το ίδιο πράγμα κάθε τρεις και λίγο. Και ίσως έχει μπουχτίσει ακόμα περισσότερο από τις αλλεπάλληλες εισηγήσεις, στενών και μη συνεργατών του για επίσπευση της εκλογικής αναμέτρησης. Τώρα όμως δείχνει ότι αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική ζωή δεν μπορεί να κινείται αενάως μέσα σε ακραία τοξικό κλίμα. Είναι αυτό που λέμε «δεν πάει άλλο». Γιατί μπορεί να μην επωφελούνται ιδιαιτέρως οι πολιτικοί του αντίπαλοι, σίγουρα όμως φθείρεται η παράταξή του.

Κάπως έτσι λοιπόν σήμαναν προεκλογικά εμβατήρια και κωδικοποιήθηκαν τα πρώτα μηνύματα – διλλήματα: «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», «πρόοδος ή συντήρηση». Με άλλα λόγια, καθώς απευθύνονται στο εκλογικό υποσυνείδητο «εμείς ή το χάος». Μαζί μ’ αυτά προβάλλεται και η σημασία της σταθερότητας – αυτοδυναμίας, αν και με λιγότερο εμφατικό τρόπο, δεδομένου ότι ούτε από τους αριθμούς υποστηρίζεται ως ικανό αποτέλεσμα, ούτε οι πολίτες τσιμπούν», έτσι ώστε να ανατραπούν τα εκλογικά δεδομένα.

Αυτό το τελευταίο προκαλεί έντονη ανησυχία στο κυβερνητικό στρατόπεδο, όπου εκτιμάται ότι ο εκλογικός λογαριασμός ενδέχεται να είναι δυσμενέστερος όσο παραμένει ανοιχτή και σε πρώτο πλάνο η πληγή των υποκλοπών. Πρόκειται, πριν απ’ όλα, για μια υπόθεση που συνδέεται με την Δημοκρατία και τη λειτουργία των Θεσμών. Κατά τα άλλα ουδείς γνωρίζει πώς και σε ποιο βαθμό θα επηρεάσει τις εξελίξεις, αντιλαμβάνεται όμως ότι η μέχρι στιγμής διαχείρισή της συνιστά παράδειγμα προς αποφυγήν. Το ομολογούν σημαντικά στελέχη και βουλευτές της ΝΔ σε κατ’ ιδίας συζητήσεις, επισημαίνοντας ότι η εμμονή στην ίδια ρότα απλώς χειροτερεύει τα πράγματα. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος γιατί θεωρείται μείζονος σημασίας η αντικατάσταση διαφωνούντος βουλευτή της κυβερνητικής παράταξης στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας του Κοινοβουλίου, τις παραμονές της εξέτασης του πρώην Γενικού Γραμματέας του πρωθυπουργού από τη στιγμή που υπονομεύει την ειλικρίνεια της πρωθυπουργικής δέσμευσης για «άπλετο φως».

Ας επανέλθουμε όμως στην προεκλογική σκακιέρα. Μαζί με τα μηνύματα που προαναφέραμε επιστρατεύονται επίσης, η προβολή των κυβερνητικών πεπραγμένων και η διαχειριστική επάρκεια της κυβέρνησης σε σχέση με δύο σημαντικές κρίσεις, την πανδημία και την ενεργειακή λαίλαπα. Καλού – κακού όμως αξιοποιείται και το παλαιοκομματικό οπλοστάσιο, δηλαδή το κυνικό αλισβερίσι «σου δίνω – μου δίνεις».

Πρώτον, από τον Ιανουάριο δίδεται οριζόντια αύξηση στις συντάξεις κατά 7,75% – καλοδεχούμενη αναμφίβολα – μετά από πολλά χρόνια «παγετώνων».

Δεύτερον, μετά από μια εντελώς τυχαία διαπίστωση περί ελλείψεων, ανακοινώνονται 20.000 νέες προσλήψεις στο Δημόσιο.

Τρίτον, με διαδικασίες – εξπρές νομιμοποιούνται αυθαίρετα μέσα σε δάση και ξεμπλοκάρει η δόμηση σε οικόπεδα μικρότερα των τεσσάρων στρεμμάτων.

Γνωρίζουμε ήδη ότι οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν δύο στοιχεία. Συρρίκνωση της επιρροής της ΝΔ στο εκλογικό σώμα, με αξιοσημείωτες διαρροές προς την άκρα δεξιά, αλλά και σαφή υπεροχή της κυβέρνησης στους τομείς της οικονομίας και της εξωτερικής πολιτικής, με την Κουμουνδούρου να υπερέχει κυρίως σε θέματα διαφάνειας – διαφθοράς. Δείχνουν επίσης ότι ο Αλέξης Τσίπρας υπολείπεται περίπου 10 μονάδες έναντι του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ερώτημα για τον «καταλληλότερο πρωθυπουργό.

Κάπως έτσι λοιπόν μπαίνουμε στην τελική ευθεία με πολλά ενδεχόμενα ανοιχτά. Το μόνο πράγμα που μέχρι στιγμής παραμένει αμετάβλητο είναι η δομή της αδιευκρίνιστης ψήφου. Οι πολίτες που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία χαρακτηρίζονται δύσκολοι και απαιτητικοί, είναι ιδιαίτερα επικριτικοί όταν ερωτώνται για την κυβερνητική δραστηριότητα, βαθμολογούν με αυστηρότητα τη στάση του αντίπαλου στρατοπέδου και εμφανίζονται ιδιαίτερα δύσπιστοι ως προς την ειλικρίνεια των πολιτικών κομμάτων στο σύνολό τους. Η συμπεριφορά τους είναι προς το παρόν ανεξιχνίαστη και ουδόλως αποκλείεται να ευνοήσουν τελικά την παράμετρο που λέγεται αποχή.

Δυστυχώς, απ’ όπου κι αν πιάσουμε τα θέματα καταλήγουμε λίγο πολύ στο ίδιο συμπέρασμα: Το βασικό πρόβλημα εξακολουθεί να εντοπίζεται στον χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα.

Πηγή: newsbomb.gr

Αφήστε μια απάντηση