Ρυθμιστική Απόφαση θήρας 2026-2027: Γιατί οι περιβαλλοντικές οργανώσεις κάνουν λόγο για χαμένη ευκαιρία

Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) δημοσίευσε στις 4 Αυγούστου 2026 την ετήσια υπουργική απόφαση που καθορίζει τους κανόνες για την κυνηγετική περίοδο 2026-2027.
Η απόφαση αυτή, ωστόσο, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την επιστημονική κοινότητα και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες κάνουν λόγο για διατήρηση ενός προβληματικού καθεστώτος που αγνοεί τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα.
Παρά τις σαφείς συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τις τεκμηριωμένες προτάσεις της Ελληνικής ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗΣ Εταιρείας, το ΥΠΕΝ επέλεξε να διατηρήσει το υφιστάμενο πλαίσιο θήρας.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι πρόκειται για ημίμετρα που δεν διασφαλίζουν την προστασία ειδών που βρίσκονται σε δυσμενές καθεστώς διατήρησης, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν τον κίνδυνο λαθροθηρίας και όχλησης των πουλιών κατά τις κρίσιμες περιόδους της αναπαραγωγής και της μετανάστευσης.
Το μεγαλύτερο «αγκάθι» της απόφασης αφορά το παγκοσμίως απειλούμενο Τρυγόνι. Το εθνικό όριο κάρπωσης παραμένει στα 36.000 άτομα, παρά το γεγονός ότι οι πληθυσμοί του είδους δεν δείχνουν σημάδια ανάκαμψης.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη (Arroyo et al., 2026), η πλήρης αναστολή της θήρας αποτελεί το μόνο αποτελεσματικό μέτρο για την ουσιαστική ανάκαμψη του είδους.
Επιπλέον, το σύστημα παρακολούθησης της κάρπωσης βασίζεται αποκλειστικά στις δηλώσεις των κυνηγών μέσω της εφαρμογής «ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ», χωρίς να υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου της εγκυρότητας των στοιχείων.
Προβληματισμό προκαλεί και η αδιαφορία για την προστασία υδρόβιων ειδών, όπως το Γκισάρι (Κυνηγόπαπια) και το Σφυριχτάρι. Το ΥΠΕΝ αγνόησε τις εισηγήσεις της πανευρωπαϊκής Ειδικής Ομάδας Εργασίας για την Ανάκαμψη των Πτηνών (TFRB), η οποία έχει προτείνει τη μείωση της κάρπωσης μέσω Προσαρμοστικών Μηχανισμών Διαχείρισης.

Η ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία είχε ζητήσει την προσωρινή αναστολή της θήρας των συγκεκριμένων ειδών, επικαλούμενη την Αρχή της Προφύλαξης, ωστόσο η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή.
Ένα ακόμη σημείο τριβής αποτελεί η διατήρηση διαφορετικών ημερομηνιών λήξης της θήρας. Η απόφαση παρατείνει το κυνήγι για τα υδρόβια πουλιά έως τις 10 Φεβρουαρίου και για τις τσίχλες έως τις 20 ή 28 Φεβρουαρίου.

Η πρακτική αυτή αυξάνει την όχληση σε είδη που έχουν ήδη εισέλθει στην περίοδο αναπαραγωγής, ενώ παράλληλα εντείνει τον κίνδυνο σύγχυσης μεταξύ συγγενικών ειδών και παράνομων θανατώσεων.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική για την αντιμετώπιση των πυρόπληκτων περιοχών. Το ΥΠΕΝ δεν προχώρησε σε μια ενιαία απαγόρευση της θήρας, αλλά μεταθέτει την ευθύνη στις τοπικές δασικές υπηρεσίες.

Σε μια εποχή που η λαθροθηρία, η εντατική γεωργία και η κλιματική κρίση ασκούν τεράστιες πιέσεις στα οικοσυστήματα, η τακτική αυτή χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως ελλιπής και αναποτελεσματική.
Στον αντίποδα, η ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία κάνει θετική αναφορά στην ανανέωση της απαγόρευσης θήρας στη λιμνοθάλασσα της Κλείσοβας, στο Μεσολόγγι. Το μέτρο αυτό θεωρείται σημαντικό βήμα για τον περιορισμό της λαθροθηρίας και την ενίσχυση της φύλαξης του προστατευόμενου υγροτόπου.
Ανάλογη κίνηση αναμένεται και για τον υγρότοπο του Αμβρακικού, όπου η ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ έχει ζητήσει την πλήρη απαγόρευση της θήρας στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου.

Η προστασία της άγριας πανίδας απαιτεί τολμηρές αποφάσεις με γνώμονα την επιστήμη, όχι υπολογισμούς και ημίμετρα. Η Ελληνική ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ Εταιρεία δεσμεύεται να συνεχίσει την επιστημονική τεκμηρίωση των θέσεών της και να πιέζει για τη λήψη ουσιαστικών μέτρων, καλώντας το ΥΠΕΝ να ευθυγραμμιστεί με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τις επιταγές της βιοποικιλότητας.









